Με ένα άρθρο που μοιάζει περισσότερο με πολιτικό μανιφέστο παρά με άρθρο γνώμης, ο Μιχάλης Σάλλας, πρώην εκτελεστικός πρόεδρος της Τράπεζας Πειραιώς και νυν επίτιμος πρόεδρος της ίδιας Τράπεζας, και επικεφαλής του επενδυτικού σχήματος Lyktos Group, διατυπώνει μια ολοκληρωμένη πρόταση εξόδου από την κρίση.
Αλλά και διάρρηξης με τις πρακτικές των κυβερνήσεων των Μνημονίων (Παπανδρέου, Παπαδήμου, Σαμαρά, Τρίπρα και Μητσοτάκη).
Στο κείμενο-διάγγελμα, όπως σε κάθε μανιφέστο, αναφέρεται με λεπτομέρειες στους επιμέρους τομείς όλου αυτού που χαρακτηρίζεται «διακυβερνησιμότητα» σε μία στιγμή που η κυβέρνηση Μητσοτάκη βρίσκεται σε ιστορικά χαμηλά από το 2019 που ανέλαβε την εξουσία, αλλά κανένας δεν μπορεί να καταθέσει -ακόμα- ισχυρή και βιύσιμη πολιτική πρόταση.
Η ανυπαρξία εναλλακτικών (Μ.Ανδρουλάκης, Κ.Βελόπουλος κλπ. καλύτερα να αντιμετωπίζονται ως «πηγή νέων προβλημάτων» παρά ως εναλλακτική, για διαφορετικούς λόγους ο καθένας) έχει οδηγήσει του «τελειωμένους» (από άποψη πολιτικού χρόνου) πολιτικούς του παρελθόντος της Αριστεράς και της ΝΔ, όπως ο Α.Τσίπρας και ο Α.Σαμαράς, να συζητάνε την επιστροφή τους στην ενεργό πολιτική!
Κάτι σαν τον Μ.Ετσεβίτ και τον Σ.Ντεμιρέλ στη Τουρκία που παρά το γεγονός ότι είχε παρέλθει ο πολιτικός χρόνος τους και ανήκαν στο παρελθόν, φαντάζονταν του εαυτούς τους ως «λευκούς ιππότες» που θα έσωζαν την χώρα τους μετά από δεκαετίες αποτυχημένης εμπλοκής τους στην πολιτική ηγεσία της γείτονος.
Η παρέμβαση του -πολιτικά ΠΑΣΟΚογενούς του παλιού ΠΑΣΟΚ, φυσικά- Μ.Σάλλα εντυπωσιάζει για την έκταση και το περιεχόμενό της, αλλά το ερώτημα είναι «Ποια η σκοπιμότητα σύνταξης ενός τέτοιου κειμένου;».
Ετοιμάζει κάτι;
Ας δούμε τα βασικά σημεία του «μανιφέστου Σάλλα»:
«…Οι Έλληνες απαιτούν μια χώρα που να μην χάνεται σταδιακά από τον υπερτουρισμό και τη διάλυση των υποδομών.
Μια χώρα που θα αντιμετωπίσει την κατάρα του πελατειακού κράτους, θα συνεχίσει να θωρακίζει την άμυνά της και θα αυξήσει τον πληθυσμό της και ιδιαίτερα τον ενεργό πληθυσμό».
Και συνεχίζει με την εξής αναφορά ιδιαίτερης σημασίας, λόγω και της επαγγελματικής του ιδιότητας:
«Υπάρχει έντονη προσδοκία για προστασία από τις υπερβολές της αγοράς, ιδίως σε μια χώρα όπου η ολιγοπωλιακή δομή πολλών κλάδων έχει οδηγήσει σε υψηλές τιμές και χαμηλό ανταγωνισμό.
Ένα μεγάλο επίσης μέρος της κοινωνίας αντιμετωπίζει με δυσπιστία την εκχώρηση κρίσιμων τομέων, όπως η ενέργεια, η υγεία, η εκπαίδευση, τα ξενοδοχεία, τα λιμάνια, τα αεροδρόμια, οι σιδηρόδρομοι, η αμυντική βιομηχανία και οι τράπεζες, στον έλεγχο ξένων εταιρειών ή επενδυτικών funds.
Η αίσθηση που υπάρχει είναι ότι απερίσκεπτα γίνεται αφελληνισμός της χώρας και μάλιστα με προκλητικό τρόπο, αφού πολλές από τις εξαγορές αυτές υλοποιούνται με κεφάλαια που ουσιαστικά προέρχονται από τις καταθέσεις των Ελλήνων.
Γι’ αυτό και διατυπώνεται όλο και πιο έντονα η άποψη ότι θα έπρεπε να υπάρχουν σαφείς κανόνες και όρια.
Οι ξένες επενδύσεις να χρηματοδοτούνται κυρίως με εισροή νέων κεφαλαίων και όχι με εγχώριους πόρους (σ.σ.: να σημειώσουμε ότι σχεδόν όλοι όσοι επενδύουν στην χώρα, ακόμα και αυτοί οι λίγοι, δεν τοποθετούν δικά τους κεφάλαια, αλλά παίρνουν τα κεφάλαια από τα προγράμματα της ΕΕ που προορίζονται για την Ελλάδα!).
Και στο πλαίσιο αυτού του γεγονός που προαναφέραμε ζητεί ο Μ.Σάλλας «Οι επιχειρήσεις που έχουν ωφεληθεί από κρατικές επιδοτήσεις ή ευρωπαϊκά προγράμματα, όταν πωλούνται, να επιστρέφουν στο Δημόσιο τα ποσά που έχουν εισπράξει, προσαρμοσμένα κατάλληλα»!
Δηλαδή επενδύουν με τα λεφτά που προορίζονται και δικαιούται η Ελλάδα και τα εμφανίζουν ως επένδυση! Μετά πουλάνε και εισπράττουν την αξία μιας εταιρείας για την οποία δεν έχουν πληρώσει αυτοί, αλλά οι Έλληνες!
Εν συνεχεία ο Μ.Σάλλας αναφέρεται στο ζήτημα της μετανάστευσης λόγω της ανυπαρξίας επαγγελματικού μέλλοντος των νέων στην Ελλάδα, φαινόμενο που εντάθηκε στα χρόνια του Μνημονίου.
«Μια από τις πιο βαθιές και συναισθηματικά φορτισμένες προσδοκίες των Ελλήνων αφορά το μέλλον των παιδιών τους.
Θέλουν να τους προσφέρουν καλύτερη παιδεία, περισσότερες ευκαιρίες, και μια ζωή με ασφάλεια και προοπτική, όχι φυσικά σε μια χώρα γερόντων, όπως μετατρέπεται η Ελλάδα.
Στον πυρήνα αυτής της προσδοκίας βρίσκεται η ελπίδα ότι η επόμενη γενιά δεν θα χρειαστεί να ξενιτευτεί για να βρει εργασία αντάξια των προσόντων της, ούτε να παλεύει σε ένα περιβάλλον αδικίας και αναξιοκρατίας.
Οι γονείς περιμένουν από την πολιτεία να επενδύσει στην εκπαίδευση, την καινοτομία και τις υποδομές, ώστε η χώρα να μπορεί να προσφέρει ποιοτικές θέσεις εργασίας και αξιοπρεπή μισθό.
Ο μέσος μισθός στην Ελλάδα είναι κατώτερος, περισσότερο από 50%, του αντίστοιχου ευρωπαϊκού και η αγοραστική δύναμη 30% μικρότερη.
Η απόσταση ανάμεσα στις προσδοκίες των πολιτών και στις πράξεις των πολιτικών είναι μεγάλη.
Τα κόμματα, αντί να επεξεργάζονται απαραίτητες στρατηγικές, ακολουθούν συγκυριακές τακτικές, συχνά υπαγορευμένες από τις ανάγκες του πολιτικού κύκλου και όχι από τις ανάγκες της κοινωνίας».
Εδώ, διαχωρίζει την θέση του, όχι μόνο από την κυβέρνηση, αλλά και από τα άλλα «πολιτικά ανέκδοτα» που εμφανίζονται και δηλώνουν «κόμματα» (πλην ΚΚΕ που αποτελεί case study, όπως έχουμε σημειώσει και σε άλλο σημείωμά μας).
Και συνεχεία κάνει αναφορές στην Δικαιοσύνη την Δημόσια Διοίκηση και την Οικονομία.
«Στη Δικαιοσύνη, η εισαγωγή δεσμευτικών χρονοδιαγραμμάτων απονομής αποφάσεων θα μπορούσε να περιορίσει τις καθυστερήσεις που διαβρώνουν την εμπιστοσύνη των πολιτών.
Στη Δημόσια Διοίκηση αντίστοιχα θα είχε αποτέλεσμα η καθιέρωση ενός ευρύτερου Δείκτη Διαφάνειας.
Ένας δείκτης που πρέπει να καλύπτει όχι μόνον τις διαδικασίες στελέχωσης αλλά και τις επιδοτήσεις, τις δημόσιες συμβάσεις και τις αναθέσεις, με υποχρεωτική ετήσια δημοσιοποίηση των στοιχείων.
Στον χώρο της αγοράς, η ενίσχυση της Επιτροπής Ανταγωνισμού με ουσιαστικούς πόρους και προσωπικό, σε συνδυασμό με την εφαρμογή ενός Δείκτη Υπερβολικού Κέρδους, που θα λαμβάνει υπόψιν τα κόστη, το τζίρο, τον πληθωρισμό και το ιστορικό κέρδος των επιχειρήσεων.
Η φορολόγηση τουλάχιστον 50% για τα υπερκέρδη θα ήταν σημαντικό βήμα αντιμετώπισης του πληθωρισμού απληστίας.
Η Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης είναι ένα βήμα, το οποίο καθιερώθηκε από την εποχή του Κωνσταντίνου Καραμανλή.
Κάθε Σεπτέμβρη, ο πρωθυπουργός και αρχηγοί κομμάτων, καταθέτουν εκεί, τις απόψεις και τις προτάσεις τους.
Είναι ανάγκη όσο ποτέ άλλοτε, φέτος να είναι αυτές οι προτάσεις συγκεκριμένες και τεκμηριωμένες.
Όχι μόνον κάποιες ενισχύσεις για να περάσει και αυτή η χρονιά ή, κάποια στείρα κριτική για την περίοδο που προηγήθηκε πάνω σε συγκυριακά θέματα και γεγονότα.
Πρέπει να διατυπωθούν προτάσεις ουσιαστικές για το μέλλον του τόπου και τις προσδοκίες των πολιτών».
Το να ζητεί ένας τραπεζίτης φορολόγηση στα υπερκέρδη των επιχειρήσεων κατά 50%, δείχνει πόσο έχει ανατραπεί η κοινωνική ισορροπία υπέρ των ισχυρών και έχει εμπεδωθεί η κοινωνική και οικονομική παρακμή των αδύναμων.
Γιατί τα λέει αυτά τώρα ένας εκ των ισχυρών του χρήματος στην Ελλάδα; Θα δείξει…