Το ερώτημα περί «αγνώστου καυσίμου» παραμένει ανοικτό – και άμεσα συνδεδεμένο με τον έλεγχο (ή την έλλειψη ελέγχου) στο φορτίο της εμπορικής αμαξοστοιχίας.
Τρία χρόνια μετά τη σύγκρουση των δύο τρένων στα Τέμπη, με 57 νεκρούς και δεκάδες τραυματίες, το ερώτημα παραμένει ίδιο και πιο φορτισμένο: ήταν «ατύχημα» ή ένα διαχρονικό, συστημικό έγκλημα; Στις ράγες ενός σιδηροδρόμου χωρίς στοιχειώδη συστήματα ασφαλείας, με εξώδικα εργαζομένων που προέβλεπαν την τραγωδία και με δισεκατομμύρια δημοσίου χρήματος να έχουν «χαθεί» σε έργα και εργολαβίες, η κοινωνία βλέπει ότι τα ερωτήματα πολλαπλασιάζονται, την ώρα που η απόδοση ευθυνών σέρνεται.
Από το «ανθρώπινο λάθος» στην πυρόσφαιρα του άγνωστου καυσίμου
Η επίσημη κρατική επιτροπή διερεύνησης ατυχημάτων (ΕΟΔΑΣΑΑΜ) στις εκθέσεις της δεν περιορίστηκε στο στερεότυπο του «σταθμάρχη που έκανε λάθος». Αντιθέτως, υιοθέτησε τη διαπίστωση ότι ο σχηματισμός της τεράστιας πυρόσφαιρας μετά τη σύγκρουση δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο από τα γνωστά καύσιμα και τα λιπαντικά του τροχαίου υλικού. Βάσει των προσωμοιώσεων και των τεχνικών εκθέσεων, γίνεται λόγος για πιθανή παρουσία «άγνωστου μέχρι στιγμής καυσίμου» στο σημείο της σύγκρουσης. Στη συνέχεια θόλωσε αυτή οι διαπίστωση με τις αντιδράσεις πανεπιστημίων που συμμετείχαν στην ταυτοποίηση της μεθόδου με αποτέλεσμα να αμφισβητηθεί η συγκεκριμένη αναφορά.
Το πόρισμα του καθηγητή Δημήτρη Καρώνη από το ΕΜΠ, που παραδόθηκε στον εφέτη ανακριτή Σωτήρη Μπακαΐμη στις 13 Μαΐου 2025, επιχειρεί να απαντήσει στο πιο κρίσιμο τεχνικό «γιατί» της τραγωδίας: την τεράστια πυρόσφαιρα μετά τη σύγκρουση. Ο Καρώνης καταλήγει ότι τα έλαια σιλικόνης, αν και εξαιρετικά δύσφλεκτα σε φυσιολογικές συνθήκες (σημείο ανάφλεξης ~300–330°C και πολύ χαμηλή πτητικότητα), υπό συνθήκες ισχυρού ηλεκτρικού τόξου μπορούν να παράξουν εύφλεκτα αέρια (υδρογόνο, μεθάνιο, ακετυλένιο κ.ά.) και, σε ορισμένα σενάρια, να δημιουργήσουν πυρόσφαιρα. Μετρήσεις σε δείγματα ελαίου δείχνουν φυσιολογικά χαρακτηριστικά, χωρίς ενδείξεις εκτεταμένης θερμικής υποβάθμισης ή αλλοίωσης. Την ίδια στιγμή, ο Καρώνης δεν βρίσκει τεκμήρια για ύπαρξη άλλου πτητικού φορτίου υδρογονανθράκων στην εμπορική αμαξοστοιχία. Συμπέρασμα: η πυρόσφαιρα μπορεί να εξηγηθεί καταρχήν από τη συμπεριφορά των ελαίων σιλικόνης σε ακραίες ηλεκτρικές συνθήκες, χωρίς να επιβεβαιώνεται «άγνωστο» καύσιμο.
Από την άλλη υπήρξαν άλλες επιστημονικές προσεγγίσεις και πραγματογνώμονες που ανέπτυξαν άλλα σενάρια.
Η έκθεση του καθηγητή χημικών μηχανικών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Αθανάσιου Κωνσταντόπουλου – στην οποία στηρίχθηκε η κρατική διερεύνηση – καταλήγει στο ότι η πυρόσφαιρα δεν μπορεί να αποδοθεί με βεβαιότητα στον τεχνικό εξοπλισμό και τα έλαια σιλικόνης του συρμού και ζητά περαιτέρω πειραματική διερεύνηση.
Ταυτόχρονα, οι τεχνικοί σύμβουλοι οικογενειών θυμάτων (η ομάδα Κοκοτσάκη κ.ά.) σε επικαιροποιημένη έκθεση του 2024 επανέρχονται στο ζήτημα της πυρόσφαιρας, ζητώντας στοχευμένες δοκιμές σε έλαια σιλικόνης, υδρογονάνθρακες και πιθανά αδήλωτα φορτία, ώστε να διακριβωθεί αν υπήρχε – και ποιο – πρόσθετο καύσιμο.
Παρά τις παραδοχές αυτές, μέχρι σήμερα δεν έχει δοθεί δημόσια τελική, πειστική απάντηση για το τι τροφοδότησε την έκρηξη αυτού του μεγέθους. Το ερώτημα περί «αγνώστου καυσίμου» παραμένει ανοικτό – και άμεσα συνδεδεμένο με τον έλεγχο (ή την έλλειψη ελέγχου) στο φορτίο της εμπορικής αμαξοστοιχίας.
24 δισ. ευρώ, εξώδικα και ένας σιδηρόδρομος χωρίς συστήματα ασφαλείας
Από το 1990 μέχρι σήμερα, σύμφωνα με πανεπιστημιακές παρεμβάσεις και κλαδικές αναλύσεις, έχουν διατεθεί περίπου 24 δισ. ευρώ για την «αναδιάρθρωση και τον εκσυγχρονισμό» των ελληνικών σιδηροδρόμων.
Κι όμως, τη νύχτα της 28ης Φεβρουαρίου 2023:
- Δεν λειτουργούσε τηλεδιοίκηση στον σταθμό Λάρισας, μετά την καταστροφή του τοπικού συστήματος από πυρκαγιά το 2019, χωρίς να έχει αποκατασταθεί.
- Δεν λειτουργούσε πλήρως η σηματοδότηση στον άξονα Αθήνα–Θεσσαλονίκη, ενώ η σύμβαση 717 για σηματοδότηση και τηλεδιοίκηση είχε πάρει αλλεπάλληλες παρατάσεις, με τους αναδόχους να παραβιάζουν επανειλημμένα όρους και χρονοδιαγράμματα.
- Το ETCS, το ευρωπαϊκό σύστημα αυτόματης προστασίας συρμών που θα απέτρεπε το ανθρώπινο λάθος, δεν ήταν σε πλήρη επιχειρησιακή λειτουργία στο τροχαίο υλικό. Η επαναφορά του επί συρμών προχώρησε ουσιαστικά μετά το δυστύχημα, με σύμβαση ΓΑΙΑΟΣΕ–Hitachi και μόλις 44 από τις 115 μονάδες να έχουν ελεγχθεί πλήρως ως τον Οκτώβριο του 2024.
Προστίθεται και ο παράγοντας προσωπικό: τεχνικές εκθέσεις επισημαίνουν ότι στην Ελλάδα, το 2020, αντιστοιχούσε περίπου 0,5 εργαζόμενος ανά χιλιόμετρο γραμμής, όταν ο μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι γύρω στους 2 εργαζόμενους ανά χιλιόμετρο. Αντίστοιχα, οι δαπάνες ανά χιλιόμετρο γραμμής ήταν περίπου 20.000 ευρώ, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος ξεπερνά τα 170.000 ευρώ.
Και όλα αυτά ενώ:
- Σωματεία μηχανοδηγών και προσωπικού έλξης είχαν αποστείλει εξώδικα στο υπουργείο Μεταφορών μήνες πριν, προειδοποιώντας ρητά για πιθανό θανατηφόρο συμβάν.
- Εσωτερικά έγγραφα με ένδειξη «εξαιρετικώς επείγον» είχαν φτάσει στην πολιτική ηγεσία ήδη από το 2021, περιγράφοντας τον κίνδυνο σοβαρού σιδηροδρομικού δυστυχήματος.
Παρά αυτή την «πλήρη γνώση», ο τότε υπουργός Μεταφορών λίγες ημέρες πριν τη σύγκρουση καθησύχαζε από το βήμα της Βουλής ότι «όποιος μιλά για ανασφάλεια στα τρένα θα έπρεπε να ντρέπεται».
Μπάζωμα, Πηγάδια και τα λείψανα σε ιδιωτικό οικόπεδο
Ένα από τα πιο σκοτεινά κεφάλαια της υπόθεσης αφορά τη διαχείριση του πεδίου της σύγκρουσης.
Σύμφωνα με σειρά ρεπορτάζ, τεράστιος όγκος χωμάτων από το σημείο του δυστυχήματος μεταφέρθηκε σε δύο σημεία, στο Κουλούρι και στη θέση «Πηγάδια» του Ευαγγελισμού Λάρισας, λίγο μετά την τραγωδία.
Όταν η ειδική ομάδα Anubis K-9, κατόπιν αιτήματος οικογενειών και εντολής των ανακριτικών αρχών, ερεύνησε τον χώρο την άνοιξη του 2024, εντόπισε στα μπάζα ανθρώπινα οστά, βιολογικό υλικό, ρούχα, παπούτσια και προσωπικά αντικείμενα των θυμάτων – δηλαδή υλικό που θα έπρεπε να είχε περισυλλεγεί και καταγραφεί ως πειστήριο από τις πρώτες ώρες.
Σε νεότερες δημοσιοποιημένες εκθέσεις της Anubis επισημαίνεται ότι:
- Δεν είναι σαφές αν και σε ποιο βαθμό ελέγχθηκαν τα υλικά πριν μεταφερθούν.
- Το ιδιωτικό οικόπεδο στα Πηγάδια δεν είχε καν περιφραχθεί, με αποτέλεσμα βιολογικό υλικό να μένει εκτεθειμένο επί μήνες σε ζώα και καιρικά φαινόμενα.
Την ίδια ώρα, ρεπορτάζ αποκαλύπτουν ότι μεταξύ των εταιρειών που συμμετείχαν στο μπάζωμα και «ξεμπάζωμα» του χώρου ήταν και εταιρεία που φέρεται να συστάθηκε νομικά έναν μήνα μετά τη σύγκρουση, λαμβάνοντας εν συνεχεία περίπου 200.000 ευρώ με απευθείας ανάθεση, η οποία νομιμοποιήθηκε εκ των υστέρων.
Το κρίσιμο ερώτημα:
Ποιος έδωσε την εντολή για την εκχώματωση και τη μεταφορά του υλικού; Σύμφωνα με έγγραφα της Εισαγγελίας Εφετών που έχουν δει το φως της δημοσιότητας, δεν προκύπτει ότι είχε δοθεί σαφής, προγενέστερη άδεια ανακριτικών αρχών για τέτοιας κλίμακας εργασίες στο πεδίο του δυστυχήματος – κάτι που, αν ισχύει, συνιστά κατάφωρη παραβίαση κάθε διεθνούς πρωτοκόλλου διερεύνησης μαζικών καταστροφών.
Δεδομένα, βίντεο και η αργή Δικαιοσύνη
Σε υπομνήματα προς την Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, μέλη οικογενειών θυμάτων καταγγέλλουν ότι:
- Υπήρξε καθυστέρηση μηνών στην πλήρη κατάσχεση σκληρών δίσκων και καταγραφικών συστημάτων.
- Στις πρώτες ώρες μετά το δυστύχημα, η δημοσιοποίηση επιλεγμένων ηχητικών αποσπασμάτων από τα καταγραφικά του ΟΣΕ διαμόρφωσε από νωρίς τη γραμμή του «αποκλειστικά ανθρώπινου λάθους».
Παράλληλα, τα πορίσματα των κομμάτων στην εξεταστική επιτροπή της Βουλής κατέληξαν σε διαμετρικά αντίθετα συμπεράσματα:
- Το πόρισμα της πλειοψηφίας αποφεύγει την ανάδειξη συγκεκριμένων ποινικών ευθυνών πολιτικών προσώπων.
- Τα πορίσματα αντιπολίτευσης καταγράφουν ονομαστικά ευθύνες πρώην υπουργών, ζητώντας η τακτική Δικαιοσύνη να καλέσει πολιτικά πρόσωπα όχι μόνο ως μάρτυρες, αλλά και ως υπόπτους για ποινικά αδικήματα.
Στο πεδίο των πραγματικών διώξεων, ωστόσο, κανένα πολιτικό πρόσωπο δεν έχει μέχρι σήμερα παραπεμφθεί σε δίκη για κακουργηματικές πράξεις που να συνδέονται άμεσα με τη σύγκρουση, ενώ σειρά βασικών τεχνικών και διοικητικών στελεχών παραμένουν σε θέσεις ευθύνης στον σιδηροδρομικό μηχανισμό ή σε συνδεδεμένες εταιρείες.
Ωστόσο, τρία χρόνια μετά:
- Τα τεχνικά ερωτήματα για την πυρόσφαιρα και το πιθανό άγνωστο καύσιμο παραμένουν χωρίς πλήρη πειραματική απάντηση.
- Οι διαδικασίες για τις εκταφές και τις εξειδικευμένες εργαστηριακές εξετάσεις στις σορούς των θυμάτων συνεχίζουν να προκαλούν αντιδράσεις, με τον ίδιο τον υπουργό Δικαιοσύνης να παραδέχεται δημοσίως ότι σύνθετες εξετάσεις δεν μπορούν να γίνουν σήμερα στην Ελλάδα και να αναζητούνται λύσεις στο εξωτερικό.
- Οι αποκαλύψεις για το μπάζωμα, τα «Πηγάδια» και την Anubis ενισχύουν την πεποίθηση ότι το πεδίο του δυστυχήματος αλλοιώθηκε μαζικά πριν καταγραφούν όλα τα κρίσιμα στοιχεία.
Το κεντρικό ερώτημα
Το κεντρικό ερώτημα που μένει ανοικτό για την κοινωνία είναι διπλό:
- Θα αποδοθούν ποτέ πλήρως οι ευθύνες – πολιτικές, ποινικές, τεχνικές και εργολαβικές – σε όλους όσοι, με πράξεις και παραλείψεις, οδήγησαν έναν ολόκληρο σιδηρόδρομο στη διάλυση;
- Θα αλλάξει το μοντέλο διερεύνησης τέτοιων υποθέσεων και οι ευθύνες πολιτικών για πόσο θα έχουν ασυλία;
Μέχρι να απαντηθούν αυτά τα «γιατί» – από τη Δικαιοσύνη, την πολιτεία και τους τεχνικούς φορείς – η πληγή των Τεμπών δεν θα έχει κλείσει. Θα παραμένει μια ανοιχτή πάνω στις ράγες, εκεί όπου, στην ίδια γραμμή και σε αντίθετη κατεύθυνση, συναντήθηκαν το ανθρώπινο λάθος, η υποχρηματοδότηση, η εργολαβική ασυδοσία και η κρατική ατιμωρησία.
Νίκος Παναγιωτόπουλος - newpost.gr




















