Χωρίς να προκύψει ξεκάθαρος νικητής που να μπορεί να εξασφαλίσει την κοινοβουλευτική πλειοψηφία ολοκληρώθηκε η εκλογική αναμέτρηση στο Ισραήλ, διαμορφώνοντας ένα σύνθετο πολιτικό σκηνικό.
Τόσο ο Μπενιαμίν Νετανιάχου όσο και ο βασικός πολιτικός του αντίπαλος, Γκάντι Άιζενκοτ, καλούνται πλέον να αναζητήσουν νέους συμμάχους, καθώς τα ποσοστά που συγκέντρωσαν τα στρατόπεδά τους δεν επαρκούν για τον σχηματισμό αυτοδύναμης κυβέρνησης.
Με τα μέχρι στιγμής δεδομένα, ο Νετανιάχου διαθέτει την υποστήριξη 53 βουλευτών, ενώ ο Άιζενκοτ συγκεντρώνει 48 έδρες.
Για να εξασφαλίσουν την απαραίτητη κοινοβουλευτική πλειοψηφία στην Κνεσέτ, θα πρέπει να φτάσουν τουλάχιστον τις 61 έδρες, γεγονός που καθιστά αναγκαίες τις πολιτικές συμφωνίες με άλλες παρατάξεις.
Οι δύο πολιτικοί εμφανίζονται ως οι επικρατέστεροι για να λάβουν την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης. Ωστόσο, η τελική απόφαση ανήκει στον πρόεδρο του Ισραήλ, Ισαάκ Χέρτζογκ, ο οποίος έχει τη δυνατότητα να αναθέσει τη διαδικασία και σε διαφορετικό πρόσωπο.
Τα σενάρια για κυβέρνηση υπό τον Νετανιάχου
Παρά την αδυναμία του να εξασφαλίσει αυτοδυναμία, το πολιτικό μπλοκ του Μπενιαμίν Νετανιάχου κατέλαβε την πρώτη θέση στην εκλογική αναμέτρηση.
Μαζί με τα δεξιά και υπερορθόδοξα κόμματα που τον στηρίζουν, συγκεντρώνει 53 έδρες, εκ των οποίων οι 27 ανήκουν στο Λικούντ, το κόμμα του Ισραηλινού πρωθυπουργού.
Έχοντας ήδη εξασφαλίσει τη στήριξη των πολιτικών δυνάμεων που βρίσκονται δεξιότερα του Λικούντ, ο Νετανιάχου δεν έχει πολλές εναλλακτικές για να παραμείνει στην εξουσία. Η βασική του διέξοδος είναι να επιχειρήσει συμφωνίες με κόμματα που βρίσκονται σήμερα στην αντιπολίτευση.
Μια τέτοια προσπάθεια, ωστόσο, προσκρούει σε σημαντικές πολιτικές διαφωνίες. Τα τέσσερα κόμματα που συγκροτούν το «μπλοκ της αλλαγής», υπό την ηγεσία του Άιζενκοτ, είχαν παρουσιάσει την εκλογική αναμέτρηση ως μια ουσιαστική αναμέτρηση κατά του Νετανιάχου, γεγονός που δυσκολεύει ιδιαίτερα το ενδεχόμενο συμμετοχής τους σε μια κυβέρνηση μαζί του.
Από τις συγκεκριμένες πολιτικές δυνάμεις, η παράταξη της αριστεράς υπό τον Γιαΐρ Γκολάν, η οποία εξασφάλισε οκτώ έδρες, θεωρείται εκείνη που έχει τις μικρότερες πιθανότητες να συνεργαστεί με τον σημερινό πρωθυπουργό.
Αρνητικός εμφανίζεται και ο πρώην υπουργός Άβιγκντορ Λίμπερμαν, ο οποίος διαθέτει επτά έδρες. Αν και στο παρελθόν βρισκόταν πολιτικά κοντά στον Νετανιάχου, στη συνέχεια απομακρύνθηκε από αυτόν και πλέον αποκλείει ουσιαστικά την προσωπική του συμμετοχή σε μια τέτοια κυβέρνηση.
Όπως έχει δηλώσει, «ο μοναδικός δυνατός συνασπισμός είναι ένας συνασπισμός που θα αποτελείται αποκλειστικά από σιωνιστικά κόμματα, περιλαμβανομένου του Λικούντ, όμως “χωρίς τον Μπίμπι”», όπως αποκαλείται χαϊδευτικά ο πρωθυπουργός.
Περισσότερα περιθώρια πολιτικών ελιγμών φαίνεται να υπάρχουν στην περίπτωση του κεντροδεξιού κόμματος Μαζί, το οποίο συγκέντρωσε 12 έδρες.
Ο επικεφαλής του, Ναφτάλι Μπένετ, που έχει διατελέσει για μικρό χρονικό διάστημα πρωθυπουργός του Ισραήλ, είχε αρχικά αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο συνεργασίας με τον Νετανιάχου, υπό συγκεκριμένους όρους. Στη συνέχεια, ωστόσο, διαφοροποίησε τη στάση του, απομακρυνόμενος από αυτή την προοπτική.
Στο τραπέζι των πολιτικών συζητήσεων έχει τεθεί κατά καιρούς και η πιθανότητα συμφωνίας ανάμεσα στον Νετανιάχου και τον Άιζενκοτ, με εναλλαγή των δύο στην πρωθυπουργία.
Μια τέτοια λύση θα μπορούσε θεωρητικά να οδηγήσει στη συγκρότηση κυβέρνησης εθνικής ενότητας, ωστόσο θεωρείται εξαιρετικά δύσκολο να προχωρήσει. Ο Άιζενκοτ έχει ξεκαθαρίσει ότι δεν πρόκειται να αναλάβει κυβερνητικό ρόλο υπό τον Νετανιάχου.
Το προηγούμενο του 2020 και η συμφωνία που κατέρρευσε
Υπάρχει, πάντως, ένα αντίστοιχο προηγούμενο στην πρόσφατη πολιτική ιστορία της χώρας. Το 2020, έπειτα από τρεις εκλογικές αναμετρήσεις μέσα σε διάστημα μικρότερο του ενός έτους, ο Νετανιάχου και ο κεντρώος Μπένι Γκαντς συμφώνησαν, παρά τις έντονες μεταξύ τους αντιπαραθέσεις, να μοιραστούν την εξουσία.
Η συμφωνία προέβλεπε εναλλαγή στην πρωθυπουργία, ωστόσο δεν κατάφερε να διατηρηθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα. Μέσα σε περίπου έναν χρόνο κατέρρευσε, ανοίγοντας τον δρόμο για μια ακόμη εκλογική διαδικασία.
Μια διαφορετική, αλλά εξαιρετικά δύσκολη επιλογή για τον Νετανιάχου θα ήταν να εξασφαλίσει τη στήριξη των αραβικών κομμάτων, τα οποία συγκέντρωσαν συνολικά 19 έδρες. Πρόκειται για ένα ενδεχόμενο που μέχρι στιγμής συγκεντρώνει ελάχιστες πιθανότητες, καθώς ο πρωθυπουργός είχε επιτεθεί επανειλημμένα στις συγκεκριμένες παρατάξεις κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου, ενώ μετά τις εκλογές τις κατηγόρησε για νοθεία.
O Μπένι Γκαντς
Παρά το συγκρουσιακό κλίμα, ο Νετανιάχου έχει δείξει και στο παρελθόν ότι μπορεί να αναζητήσει πολιτικά ανοίγματα προς την αραβική κοινότητα του Ισραήλ. Χαρακτηριστικό είναι ότι είχε απευθύνει ανάλογο κάλεσμα τόσο το 2015 όσο και το 2021, γεγονός που αφήνει ανοιχτό, έστω και θεωρητικά, το ενδεχόμενο μιας νέας προσέγγισης.
Οι επιλογές του Άιζενκοτ για τον σχηματισμό κυβέρνησης
Από την πλευρά του, ο Γκάντι Άιζενκοτ έχει μπροστά του δύο βασικές διαδρομές για να διεκδικήσει την πρωθυπουργία.
Η πρώτη αφορά τη δημιουργία μιας κυβέρνησης μειοψηφίας, η οποία θα μπορούσε να λειτουργήσει με την υποστήριξη άλλων κομμάτων στην Κνεσέτ. Η δεύτερη είναι η συγκρότηση κυβέρνησης εθνικής ενότητας, σε συνεργασία με τον Νετανιάχου.
Στην περίπτωση της κυβέρνησης μειοψηφίας, καθοριστικό ρόλο ενδέχεται να διαδραματίσουν οι δύο παρατάξεις με αραβική πλειοψηφία, οι οποίες πέτυχαν πρωτοφανείς εκλογικές επιδόσεις και βρίσκονται πλέον σε θέση να επηρεάσουν τις πολιτικές εξελίξεις. Οι συγκεκριμένες δυνάμεις έχουν ήδη εκφράσει την προθυμία τους να συνεργαστούν με τον Άιζενκοτ.
Ωστόσο, μια τέτοια κυβερνητική λύση θα αντιμετώπιζε εξαρχής σημαντικές δυσκολίες. Ο Ναφτάλι Μπένετ και ο Άβιγκντορ Λίμπερμαν έχουν εκφράσει την έντονη αντίθεσή τους σε μια συνεργασία με τα αραβικά κόμματα, ενώ μια κυβέρνηση που δεν θα διαθέτει σταθερή κοινοβουλευτική πλειοψηφία θα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη στάση των εξωτερικών υποστηρικτών της.
Επιπλέον, το πολιτικό προφίλ του Άιζενκοτ ενδέχεται να δημιουργήσει πρόσθετες εντάσεις με τους πιθανούς συμμάχους του.
Ο ίδιος έχει διατελέσει αρχηγός των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων και δεν υιοθετεί ειρηνιστικές θέσεις. Έτσι, μια νέα στρατιωτική επιχείρηση στη Γάζα, ιδίως εάν συνοδευτεί από μεγάλο αριθμό νεκρών, θα μπορούσε να προκαλέσει αντιδράσεις από τα αραβικά κόμματα που θα στηρίζουν την κυβέρνησή του και να οδηγήσει σε ρήξη.
Η κυβέρνηση εθνικής ενότητας και ο ρόλος των αραβικών κομμάτων
Η δεύτερη δυνατότητα που εξετάζεται είναι μια κυβέρνηση εθνικής ενότητας με πρωθυπουργό τον Άιζενκοτ. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Γιαΐρ Λαπίντ, ένας από τους βασικούς ηγέτες του πολιτικού μπλοκ και πρόσωπο που είχε πρωταγωνιστήσει στη δημιουργία του μεγάλου συνασπισμού του 2021, κάλεσε τους ψηφοφόρους να επιδείξουν «υπομονή», καθώς συνεχίζονται οι προσπάθειες για τη συγκέντρωση των απαραίτητων εδρών.
Ο συγκεκριμένος συνασπισμός είχε αποτελέσει πολιτική τομή, καθώς για πρώτη φορά συμμετείχε σε αυτόν και ένα αραβικό κόμμα. «Θα είναι δύσκολο», παραδέχθηκε ο Λαπίντ.
Ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια για τη συγκρότηση μιας τέτοιας κυβέρνησης είναι το ενδεχόμενο να χρειαστεί να αποχωρήσει ο Νετανιάχου από την πρωθυπουργία.
Πρόκειται για μια εξέλιξη που θεωρείται εξαιρετικά απίθανη, όπως επίσης και το ενδεχόμενο να υπάρξουν αποσκιρτήσεις βουλευτών από το Λικούντ, καθώς μέχρι στιγμής το κόμμα εμφανίζεται να παραμένει ενωμένο πίσω από τον αρχηγό του.
Στις εναλλακτικές που θα μπορούσε να εξετάσει ο Άιζενκοτ περιλαμβάνεται και η συμμετοχή στον κυβερνητικό συνασπισμό του Raam, του μετριοπαθούς ισλαμικού κόμματος που διαθέτει οκτώ έδρες.
Μια τέτοια συνεργασία, πάντως, θα ερχόταν σε αντίθεση με όσα είχε δηλώσει ο ίδιος κατά την προεκλογική περίοδο, όταν είχε αποκλείσει το συγκεκριμένο ενδεχόμενο.
Παρά τις αρχικές επιφυλάξεις, δεν αποκλείεται να επιχειρήσει να πείσει τους σημερινούς πολιτικούς του εταίρους να αποδεχθούν τη συμμετοχή του Raam.
Σημαντικό ρόλο σε μια τέτοια προσπάθεια θα μπορούσε να παίξει ο επικεφαλής του κόμματος, Μανσούρ Αμπάς, ο οποίος είχε συμμετάσχει και στον βραχύβιο κυβερνητικό συνασπισμό υπό τον Γιαΐρ Λαπίντ το 2021.
Επιπλέον, στη δεύτερη θέση του ψηφοδελτίου του κόμματος βρίσκεται ένας Εβραίος, πρώην ανώτατος αξιωματικός της αστυνομίας.
Ακόμη και αν επιτευχθεί συμφωνία με το Raam, ωστόσο, οι έδρες που θα συγκεντρωθούν δεν θα είναι αρκετές για να εξασφαλιστεί η πλειοψηφία των 61 βουλευτών. Ο Άιζενκοτ θα χρειαστεί επομένως να αναζητήσει επιπλέον υποστήριξη από άλλες πολιτικές δυνάμεις.
Μία από τις πιο δύσκολες επιλογές θα ήταν να στραφεί προς τα υπερορθόδοξα κόμματα που σήμερα στηρίζουν τον Νετανιάχου.
Για να εξασφαλίσει τη συνεργασία τους, θα μπορούσε να χρειαστεί να προχωρήσει σε σημαντικές παραχωρήσεις σε ένα από τα πλέον ευαίσθητα ζητήματα της ισραηλινής πολιτικής: την απαλλαγή των υπερορθόδοξων από την υποχρεωτική στρατιωτική θητεία.





















