γράφει ο Γιώργος Καρβουνιάρης
Πρώτον, επαναφέρουμε την προστασία της κύριας κατοικίας. Με σύγχρονα και αντικειμενικά εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια.
Δίνουμε στον οφειλέτη τη δυνατότητα να διατηρήσει την κύρια κατοικία του, καταβάλλοντας μέσα από μια μακροχρόνια και βιώσιμη ρύθμιση την αξία ρευστοποίησής της. Η πρότασή μας προβλέπει προστασία κατοικίας αξίας έως 200.000 ευρώ για έναν άγαμο, με προσαυξήσεις ανάλογα με τη σύνθεση του νοικοκυριού, που φτάνουν έως τις 320.000 ευρώ για μια τετραμελή οικογένεια. Για τους ευάλωτους οφειλέτες προβλέπουμε προσωρινή κρατική συνεισφορά. Και για να είναι η ρύθμιση πραγματικά βιώσιμη, προβλέπουμε μειωμένες δόσεις κατά την πρώτη τριετία και δυνατότητα αποπληρωμής έως και σε 35 χρόνια.
Δεύτερον, θεσπίζουμε μια νέα γενναία ρύθμιση 120 δόσεων για τις οφειλές προς το Δημόσιο.
Η πρότασή μας αφορά φυσικά και νομικά πρόσωπα με οφειλές προς τη φορολογική διοίκηση, τα ασφαλιστικά ταμεία και τους Δήμους, για κύρια οφειλή έως 500.000 ευρώ. Το 70% της οφειλής θα μπορεί να εξοφλείται σε έως 120 δόσεις. Το υπόλοιπο 30% θα παραμένει άτοκο και, εφόσον ο οφειλέτης ολοκληρώσει με συνέπεια την αποπληρωμή του πρώτου μέρους, θα διαγράφεται οριστικά.
Παράλληλα, προβλέπουμε σημαντική μείωση των προσαυξήσεων και των προστίμων, από 40% έως 85%, ανάλογα με τον αριθμό των δόσεων. Και στην περίπτωση εφάπαξ εξόφλησης, πλήρη διαγραφή των προσαυξήσεων και των προστίμων.
Για οφειλές έως 100.000 ευρώ δεν θα απαιτείται προκαταβολή.
Για μεγαλύτερες οφειλές, η προκαταβολή κυμαίνεται από 1% έως 5%.
Και όσο ο πολίτης ή η επιχείρηση τηρεί τη ρύθμιση, μπορεί να λαμβάνει ενημερότητα ενώ αναστέλλονται τα αναγκαστικά μέτρα είσπραξης. Τέλος, δίνουμε τη δυνατότητα σε όσους έχασαν παλαιότερη ρύθμιση να την αναβιώσουν με την καταβολή μίας δόσης.
Τρίτον, αλλάζουμε ουσιαστικά τον εξωδικαστικό μηχανισμό, ώστε να οδηγεί σε πραγματικές και βιώσιμες ρυθμίσεις.
Πρώτα απ' όλα, καθιστούμε υποχρεωτική τη συμμετοχή των πιστωτών στη διαδικασία. Η πρόταση ρύθμισης που παράγει ο μηχανισμός γνωστοποιείται στον οφειλέτη. Και αν ο πιστωτής την απορρίψει, δεν θα μπορεί να αρκείται σε ένα «όχι». Θα πρέπει να αιτιολογεί συγκεκριμένα την απόφασή του και να καταθέτει εναλλακτική πρόταση ρύθμισης.
Επιπλέον, αυξάνουμε κατά 25% τα εισοδηματικά και περιουσιακά όρια για την ιδιότητα του ευάλωτου οφειλέτη και προβλέπουμε την τιμαριθμική αναπροσαρμογή τους, ώστε να μην απαξιώνονται κάθε χρόνο από την αύξηση του κόστους ζωής.
Δίνουμε μεγαλύτερο βάρος στο πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα του οφειλέτη. Γιατί μια ρύθμιση έχει αξία μόνο αν μπορεί πραγματικά να τηρηθεί.Γι' αυτό προβλέπουμε τη δυνατότητα έως και 25% χαμηλότερης ικανοποίησης του πιστωτή σε σχέση με το ποσό που θα εισέπραττε από τη ρευστοποίηση της περιουσίας και, όταν το διαθέσιμο εισόδημα είναι ιδιαίτερα χαμηλό, ακόμη και τη δυνατότητα άτοκων δόσεων.
Και δημιουργούμε Επιτροπές Διευθέτησης Οφειλών σε κάθε Περιφερειακή Ενότητα, στις οποίες θα μπορεί να προσφεύγει ο οφειλέτης όταν μέσα από τη διαδικασία δεν επιτυγχάνεται βιώσιμη λύση.
Τέταρτον, θεσπίζουμε αυστηρούς κανόνες λειτουργίας και πραγματική λογοδοσία για τους servicers
Υποχρεώνουμε τους servicers να του παρέχουν αναλυτικό ιστορικό της οφειλής, των επιτοκίων και των μεταβιβάσεων του δανείου του, καθώς και δωρεάν πρόσβαση στον φάκελό του και στο πλήρες ιστορικό των προτάσεων ρύθμισης. Κατοχυρώνουμε πραγματική δυνατότητα επικοινωνίας και εξυπηρέτησης. Όχι μόνο μέσα από αυτοματοποιημένες ηλεκτρονικές διαδικασίες, αλλά και τηλεφωνικά και με φυσική παρουσία.
Σε κάθε Περιφερειακή Ενότητα προβλέπουμε να υπάρχει κατάστημα του servicer ή συνεργαζόμενης τράπεζας, ώστε ο πολίτης να έχει τη δυνατότητα πραγματικής εξυπηρέτησης.
Και το σημαντικότερο: οι κανόνες πρέπει να συνοδεύονται από κυρώσεις όταν παραβιάζονται. Γι' αυτό προβλέπουμε, ανάλογα με την παράβαση, περιορισμό ή απαγόρευση της αναγκαστικής εκτέλεσης και απώλεια τόκων υπερημερίας.
Πέμπτον, δίνουμε στον δανειολήπτη δικαίωμα προαίρεσης πριν από τη μεταβίβαση του δανείου του σε fund, δηλαδή, μια πραγματική ευκαιρία οριστικής διευθέτησης της οφειλής πριν αυτή περάσει στη δευτερογενή αγορά.
Έκτον, κατοχυρώνουμε πραγματικά δικαιώματα για τον οφειλέτη απέναντι στην αναγκαστική εκτέλεση.
Προβλέπουμε ότι η παραβίαση του Κώδικα Δεοντολογίας από τον πιστωτή ή τον servicer μπορεί να θεμελιώνει δικαίωμα αποζημίωσης του οφειλέτη, αλλά και δυνατότητα ακύρωσης πράξεων καταγγελίας ή αναγκαστικής εκτέλεσης.
Παράλληλα, όταν ένας πιστωτής αρνείται να συμμετάσχει στη διαδικασία ρύθμισης ή δεν καταθέτει αιτιολογημένη πρόταση, προβλέπουμε να μπορεί να στερείται για ένα έτος του δικαιώματος καταγγελίας της σύμβασης και αναγκαστικής εκτέλεσης.
Και βάζουμε έναν ακόμη καθαρό κανόνα: Όσο βρίσκεται αποδεδειγμένα σε εξέλιξη πραγματική διαπραγμάτευση για τη ρύθμιση μιας οφειλής, δεν μπορεί την ίδια στιγμή να εκδίδεται διαταγή πληρωμής ή να ξεκινά διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης.
Έβδομον, δίνουμε οριστική και δίκαιη λύση στο πρόβλημα των δανείων σε ελβετικό φράγκο.
Κατανέμουμε δίκαια το βάρος που προέκυψε από τη μεγάλη μεταβολή της συναλλαγματικής ισοτιμίας. Τα δύο τρίτα της επιβάρυνσης αναλαμβάνονται από τον πιστωτή και το ένα τρίτο από τον δανειολήπτη.
Και η λύση που προτείνουμε δεν αφορά μόνο όσους εξακολουθούν σήμερα να έχουν το δάνειό τους σε ελβετικό φράγκο. Καλύπτει και εκείνους που στο παρελθόν αναγκάστηκαν να μετατρέψουν την οφειλή τους σε ευρώ με δυσμενείς όρους.
Όγδοον, επιβραβεύουμε τη συνέπεια του δανειολήπτη.
Προβλέπουμε ότι, εφόσον ένας οφειλέτης έχει τηρήσει τη ρύθμισή του για τουλάχιστον τρία χρόνια και στη συνέχεια την απολέσει λόγω νέας οικονομικής αδυναμίας, το μη ρυθμισμένο τμήμα της αρχικής απαίτησης δεν θα αναβιώνει στο σύνολό του.
Θα μειώνεται αναλογικά, λαμβάνοντας υπόψη το μέρος του ρυθμισμένου χρέους που έχει ήδη αποπληρωθεί. Και το ποσό που αναβιώνει, δεν θα επιβαρύνεται με τόκους υπερημερίας.
Ένατον, προστατεύουμε την αγροτική γη.
Προβλέπουμε τη δυνατότητα εξαίρεσης από τη ρευστοποίηση της αγροτικής περιουσίας που είναι αναγκαία για να συνεχίσει ο οφειλέτης την επαγγελματική του δραστηριότητα. Ενώ, για συγκεκριμένες κατηγορίες ευάλωτων αγροτών, στον υπολογισμό των περιουσιακών κριτηρίων δεν συνυπολογίζεται αγροτική γη αξίας έως 50.000 ευρώ.
Δέκατον, θεσπίζουμε δικαιότερους κανόνες για τους εγγυητές.
Δεν μπορεί ένα δάνειο να μεταβιβάζεται σε σημαντικά χαμηλότερη τιμή και η ευθύνη του εγγυητή να εξακολουθεί να υπολογίζεται σαν να μην έχει αλλάξει τίποτα. Γι' αυτό προτείνουμε η ευθύνη του εγγυητή να συνδέεται και με το τίμημα στο οποίο μεταβιβάστηκε η απαίτηση.
Και η ενδέκατη πρότασή μας: θεσπίζουμε ακατάσχετο επαγγελματικό λογαριασμό.
Για τις επιχειρήσεις, τους ελεύθερους επαγγελματίες, τους αγρότες, τις Ομάδες Παραγωγών και τους συνεταιρισμούς.
Έναν ειδικό λογαριασμό, που θα προστατεύεται μέχρι συγκεκριμένο όριο από κατάσχεση, δέσμευση ή συμψηφισμό από το Δημόσιο, τα ασφαλιστικά ταμεία και τρίτους.
Όχι όμως έναν λογαριασμό στον οποίο κάποιος θα μπορεί απλώς να μεταφέρει και να προστατεύει τα χρήματά του.
Η χρήση του θα είναι αποκλειστικά επαγγελματική: για τις εισπράξεις μέσω POS και ηλεκτρονικών συναλλαγών και για την πληρωμή μισθών, ασφαλιστικών εισφορών, φόρων, δόσεων ρυθμίσεων, προμηθευτών και λειτουργικών δαπανών.
Και το ύψος της προστασίας δεν θα είναι αυθαίρετο. Θα προσδιορίζεται με αντικειμενικά κριτήρια, όπως ο κύκλος εργασιών, ο αριθμός των εργαζομένων, το μισθολογικό κόστος, οι φορολογικές υποχρεώσεις και οι πραγματικές λειτουργικές δαπάνες της επιχείρησης





















